ΠΟΛΙΤΙΚΑ-ΕΝΟΤΗΤΑ 18η

Ενότητα 18η (Γ 11, 1-4) – Πρέπει το πλήθος των πολιτών να ασκεί την πολιτική εξουσία;

ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Ο Αριστοτέλης στην αρχή της ενότητας διατυπώνει με κάποια επιφυλακτικότητα στο ύφος του, την άποψη ότι την πολιτική εξουσία πρέπει μάλλον να την ασκεί το πλήθος των πολιτών παρά οι λίγοι και άριστοι.
Προχωρά στη διερεύνηση της θέσης αυτής διατυπώνοντας την αθροιστική θεωρία, σύμφωνα με την οποία το πλήθος υπερέχει του ενός ή των λίγων, γιατί διαθέτει συνολικά πολλαπλάσια δύναμη, αρετή και εξυπνάδα. Ο Αριστοτέλης φαίνεται να πιστεύει ότι η φρόνηση και η αρετή είναι αθροίσιμα μεγέθη και αυτό το συμπεραίνει από άλλους τομείς της ζωής. Η θεωρία επιβεβαιώνεται με ένα παράδειγμα από την καθημερινή ζωή, που αφορά την οργάνωση ενός δείπνου, μια παρομοίωση από τη μυθολογία και μια μεταφορά που αφορά την κριτική μουσικών και ποιητικών έργων.

Στη συνέχεια του κειμένου ο φιλόσοφος θα παρουσιάσει, χωρίς επιφυλάξεις αυτή την φορά, τα πλεονεκτήματα της άποψης ότι την εξουσία πρέπει να την ασκούν οι άριστοι – αξιόλογοι άνθρωποι. Για να την ενισχύσει χρησιμοποιεί ένα παράδειγμα από τη ζωή και ένα από την τέχνη. Έτσι καταλήγει στη θέση ότι στο πρόσωπο των άριστων, όπως και στα ζωγραφικά έργα, συγκεντρώνονται χαρακτηριστικά που μέσα στο πλήθος βρίσκονται διάσπαρτα και χάνονται, χωρίς όμως να αποκλείει και την περίπτωση η μειοψηφία των αξιόλογων ανθρώπων ως σύνολο, να συγκεντρώνει συνολικά λιγότερες θετικές ιδιότητες από αυτές του ενωμένου πλήθους.

Έτσι, δημιουργώντας μία αναλογία μεταξύ πολιτικής θεωρίας και αισθητικής, διατυπώνει την πρωτότυπη άποψη ότι σε πολιτικά και αισθητικά ζητήματα η ενωμένη κριτική δύναμη ενός ανώνυμου πλήθους είναι μεγαλύτερη από την κριτική δύναμη ενός ειδικού, με την προϋπόθεση ότι το πλήθος διαθέτει ένα ορισμένο πολιτιστικό επίπεδο. (Πολιτικά 1281b 20).

1. Η ΑΣΚΗΣΗ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ ΤΗΣ «αθροιστικής θεωρίας»

Στο πρώτο μέρος της ενότητας ο Αριστοτέλης διερευνά με επιφύλαξη και διστακτικότητα στο ύφος το θέμα της άσκησης της εξουσίας από το πλήθος.

Για το θέμα αυτό διαπιστώνει αρνητικά και θετικά στοιχεία:
α) Το αρνητικό στοιχείο είναι ότι το κάθε επιμέρους άτομο μπορεί να μην είναι αξιόλογος άνθρωπος.

β) Το θετικό στοιχείο είναι ότι ενωμένα όλα αυτά τα επιμέρους άτομα μπορούν να αποτελέσουν μια δύναμη ανώτερη από εκείνη των λίγων και άριστων. Το πλήθος, λοιπόν, υπερέχει του ενός ή των λίγων, γιατί μπορεί να διαθέτει συνολικά περισσότερη αρετή και φρόνηση από αυτούς («ενωμένοι … καλύτεροι από εκείνους»). Η άποψη αυτή είναι η λεγόμενη «αθροιστική θεωρία», η οποία αποτελεί ως σήμερα βασικό επιχείρημα υπέρ της δημοκρατίας ή της «πολιτείας», όπως την ονομάζει ο Αριστοτέλης, ενός πολιτεύματος που περικλείει τα πλεονεκτήματα όλων των άλλων πολιτευμάτων και αποτελεί σύνθεση δημοκρατικών στοιχείων.

Η αξία της συνεισφοράς των πολλών και συνεπώς η ιδέα της αθροιστικής θεωρίας είναι γνωστή ήδη από τα χρόνια του Ομήρου. Στη ραψωδία Ν της Ιλιάδας ο ποιητής περιγράφει μια φοβερή μάχη μεταξύ των Αχαιών και των Τρώων δίπλα στα καράβια και βάζει κάποια στιγμή στο στόμα του Ποσειδώνα την ακόλουθη φράση, με την οποία ο θεός θέλει να εμψυχώσει τον ήρωα Ιδομενέα (στ. 237): «κι οι πιο αχαμνοί, σαν πουν να σμίξουνε, κάτι θα κάνουν πάντα» («συμφερτὴ δ’ ἀρετὴ πέλει ἀνδρῶν καὶ μάλα λυγρῶν»).

2. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ

Ο Αριστοτέλης, προκειμένου να αποδείξει τη μεγάλη αξία της συνεισφοράς του πλήθους έναντι της συνεισφοράς των ολίγων και αρίστων, χρησιμοποιεί ως τεκμήρια τα εξής παραδείγματα:

α) Η οργάνωση ενός δείπνου («όπως ακριβώς τα δείπνα … ενός μόνο ανθρώπου»): πρόκειται για ένα παράδειγμα, αντλημένο από την καθημερινή ζωή. Ένα δείπνο είναι καλύτερο και πλουσιότερο, αν συνεισφέρουν οικονομικά πολλοί στην προετοιμασία του. Με ανάλογο τρόπο και η πόλη διοικείται καλύτερα, αν συμμετέχουν πολλοί στην άσκηση της εξουσίας.

Ιδιαίτερα η φράση «όχι σαν άτομα, αλλά σαν σύνολο» μας παραπέμπει στον ορισμό του πολίτη που έδωσε ο Αριστοτέλης στην τελευταία παράγραφο της 16ης ενότητας. Η συμμετοχή των πολιτών στην εκκλησία του δήμου και ο μεγάλος αριθμός των πολιτών – δικαστών έδειχνε καθαρά πως το σώμα των πολιτών θεωρούνταν στην Αθήνα ικανό να παίρνει αποφάσεις χάρη στην «αθροιστικά» συσσωρευόμενη αρετή και φρόνηση.

β) Ο άνθρωπος με τα πολλά χέρια και πόδια («Πολλοί καθώς είναι … αρετή και εξυπνάδα»): η παρομοίωση αντλείται από τον χώρο της μυθολογίας, όπου συναντάμε τα τερατόμορφα πλάσματα με τα πολλά χέρια και πόδια. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι Ερινύες, οι Εκατόγχειρες κτλ. Κατ’ αναλογία λοιπόν με αυτά τα πλάσματα, και το πλήθος μοιάζει με έναν άνθρωπο με πολλά χέρια και πόδια, με πολλαπλάσια επομένως δύναμη και με συσσωρευμένη αρετή και εξυπνάδα.

γ) Η κριτική μουσικών και ποιητικών έργων («Γι’ αυτό και οι πολλοί … και όλοι μαζί το σύνολο»): η μεταφορά μας παραπέμπει στην κρίση των μουσικών και ποιητικών έργων στους δραματικούς αγώνες στην αρχαία Αθήνα. Οι κριτές αυτών των αγώνων, οι οποίοι ήταν δέκα στον αριθμό διέθεταν την θεατρική παιδεία των Αθηναίων της εποχής τους και εκλέγονταν με κλήρωση από το σύνολο των πολιτών. Ο καθένας τους έγραφε την κρίση του πάνω σε μια πινακίδα. Το αποτέλεσμα προέκυπτε από τις κρίσεις που αναγράφονταν στις πέντε από τις δέκα πινακίδες κι έτσι, εκφραζόταν η γνώμη όλων των Αθηναίων πολιτών.

Αντίστοιχα και ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι το κάθε άτομο, έστω κι αν δεν διαθέτει εξειδικευμένες γνώσεις, αλλά διαθέτει καλλιέργεια (Πολιτικά 1282a 15: «ἂν ᾖ τὸ πλῆθος μὴ λίαν ἀνδραποδῶδες, ἔσται γὰρ ἕκαστος μὲν χείρων κριτὴς τῶν εἰδότων, ἅπαντες δὲ συνελθόντες ἢ βελτίους ἢ οὐ χείρους»), μπορεί να κρίνει κάποιες λεπτομέρειες του έργου. Ο Αριστοτέλης λοιπόν διακρίνει από τη μία μεριά την κριτική ικανότητα του ειδικού στο αντικείμενό του, κι από την άλλη την κριτική ικανότητα του μορφωμένου ανθρώπου. Αν αθροίσουμε τις κρίσεις του κάθε ατόμου, θα προκύψει μια πιο ολοκληρωμένη αξιολόγηση και πιο αντικειμενική κριτική. Επομένως και πάλι αποδεικνύεται η υπεροχή της συλλογικής κρίσης του πλήθους.

Αντίθετοι με την άποψη του Αριστοτέλη, ότι κριτική μπορεί να ασκεί κάθε επιμέρους άτομο, ήταν ο Σωκράτης και ο Πλάτωνας. Ο Σωκράτης σύμφωνα με όσα μας διηγείται ο βιογράφος των αρχαίων φιλοσόφων Διογένης ο Λαέρτιος στις αρχές του 3ου μ.Χ. αιώνα (Βίοι φιλοσόφων ΙΙ 42), έλεγε πως η γνώμη μας για την αρετή δεν μπορεί τελικά να διαμορφώνεται με τον τρόπο με τον οποίο καταλήγουν στις αποφάσεις τους οι δικαστές˙ ήθελε δηλαδή να πει πως τέτοια θέματα είναι θέματα των ειδικών και όχι του πλήθους. Άλλωστε κι ο ίδιος υπήρξε θύμα της «γνώμης» των πολλών. Ο Πλάτωνας από την άλλη, μίλησε στους «Νόμους» του (Νόμοι 700a – 701b, και στο 670b) για «ἀμούσους βοὰς πλήθους», ή «γελοῖος γὰρ ὅ γε πολὺς ὄχλος ἡγούμενος ἱκανῶς γιγνώσκειν τό τε εὐάρμοστον καὶ εὔρυθμον καὶ μη» και παραπονέθηκε στο τέλος, ότι «τὰ θέατρα ἐξ ἀφώνων φωνήεντ’ ἐγένοντο» (= «το κοινό του θεάτρου απέκτησε [δυστυχώς] φωνή, από άφωνο που ήταν πρώτα») και «ἀντὶ ἀριστοκρατίας ἐν αὐτῇ θεατροκρατία τις πονηρὰ γέγονεν». Στη συνέχεια μία και μοναδική φορά και σε σχέση μόνο με τη γνώση των ανθρώπων, στους «Νόμους» 950b, o Πλάτων θα υποστηρίξει: «Υπάρχει κάτι θεϊκό και εύστοχο ακόμα και στους μειονεκτικούς ανθρώπους, με αποτέλεσμα πολλοί, ακόμα κι από αυτούς που είναι εντελώς μειονεκτικοί, να γνωρίζουν στα λόγια και τις πράξεις τους, να διακρίνουν έναν καλύτερο από έναν χειρότερο άνθρωπο. Για τούτο οι κυβερνώντες πρέπει να λαμβάνουν πολύ υπόψη τους την καλή κριτική αξιολόγησης εκ μέρους των πολλών».

3. Η ΔΙΣΤΑΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΥΦΟΥΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

Όπως αναφέρθηκε και σε προηγούμενο σχόλιο, ο Αριστοτέλης διερευνά με επιφύλαξη και διστακτικότητα στο ύφος το θέμα της άσκησης της εξουσίας από το πλήθος. Η επιφύλαξή του αυτή διαφαίνεται στην πρώτη κιόλας περίοδο του κειμένου στις εξής φράσεις: «πρέπει μάλλον να την ασκεί το πλήθος», «νομίζω ότι μπορεί να συζητηθεί», «παρουσιάζει, βέβαια, κάποιες δυσκολίες», «περιέχει όμως ίσως και κάποια αλήθεια», καθώς και στη συνέχεια με τα: «μπορεί κανείς να πει τούτο», «το κάθε επιμέρους άτομο μπορεί να μην είναι τίποτε το αξιόλογο», «ενωμένοι όμως όλοι μαζί είναι ενδεχόμενο να είναι». Το ύφος αυτό είναι απόλυτα δικαιολογημένο, αν λάβουμε υπόψη την επιθυμία και επιδίωξη του Αριστοτέλη να διερευνήσει όλα τα θέματα που αφορούν τα πολιτεύματα και τα χαρακτηριστικά τους, χωρίς να παραλείψει καμία πτυχή του θέματος. Το διαλλακτικό ύφος του κειμένου δίνει την διάσταση της αντικειμενικότητας στην διερεύνηση των ενδεχόμενων που βρίσκεται σε εξέλιξη.

4. Η ΑΣΚΗΣΗ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΛΙΓΟΥΣ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΟΥΣ

Στο δεύτερο μέρος της ενότητας ο Αριστοτέλης διερευνά το θέμα της άσκησης της εξουσίας από τους λίγους και άριστους. Για το θέμα αυτό διαπιστώνει τα αρνητικά και θετικά στοιχεία:

α) Το θετικό στοιχείο είναι ότι οι λίγοι, αλλά αξιόλογοι αυτοί άνθρωποι, είναι ανώτεροι από τους πολλούς, γιατί στην προσωπικότητα του καθενός συγκεντρώνονται ιδιότητες που στους πολλούς εμφανίζονται διάσπαρτες.

β) Το αρνητικό στοιχείο είναι ότι συνολικά οι ιδιότητες αυτών των λίγων μπορεί να είναι λιγότερες από τις θετικές ιδιότητες των πολλών ως συνόλου.

5. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΚΑΝΟΥΝ ΚΑΤΑΝΟΗΤΗ ΤΗ ΔΙΑΦΟΡΑ ΤΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΘΕ ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΑΤΟΜΟ ΤΟΥ ΠΛΗΘΟΥΣ: «έτσι δε λέμε … του σώματός του»

Ο Αριστοτέλης κάνοντας χρήση της επαγωγικής μεθόδου δίνει δύο παραδείγματα για να κάνει κατανοητή τη διαφορά των αξιόλογων ανθρώπων από το κάθε επιμέρους άτομο του πλήθους:

α) Παραλληλισμός των αξιόλογων ανθρώπων με τους ωραίους ανθρώπους: οι αξιόλογοι άνθρωποι μοιάζουν με τους ωραίους ανθρώπους, γιατί έχουν συγκεντρωμένα στο πρόσωπό τους όλα τα όμορφα χαρακτηριστικά. Ωστόσο, ένας συνηθισμένος άνθρωπος που ανήκει μέσα στο πλήθος και δεν θεωρείται συνολικά ωραίος, μπορεί να διαθέτει ένα ή περισσότερα χαρακτηριστικά ωραιότερα από τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά του ωραίου.

β) Παραλληλισμός των αξιόλογων ανθρώπων με τις ζωγραφισμένες μορφές: οι αξιόλογοι άνθρωποι μοιάζουν με τις μορφές που φιλοτεχνεί ένας ζωγράφος. Ένας ζωγράφος δηλαδή, προκειμένου να δημιουργήσει μια όμορφη μορφή, θα δανειστεί όμορφα χαρακτηριστικά που υπάρχουν διάσπαρτα στους πραγματικούς ανθρώπους. Έτσι και οι αξιόλογοι άνθρωποι έχουν συγκεντρωμένες πάνω τους όλες τις θετικές ιδιότητες που υπάρχουν διάσπαρτες στους πραγματικούς ανθρώπους. Ενδέχεται, όμως, ένας πραγματικός άνθρωπος να έχει ένα χαρακτηριστικό ωραιότερο από αυτό της ζωγραφισμένης μορφής (ή του αξιόλογου ανθρώπου).

Στην τακτική του ζωγράφου αναφέρεται και το απόσπασμα από τα «Απομνημονεύματα» του Ξενοφώντα (Απομνημονεύματα ΙΙΙ 10, 2). Εκεί ο Σωκράτης συζητώντας με το ζωγράφο Παρράσιο τον υποχρέωσε να παραδεχτεί ότι «δεν είναι και τόσο εύκολο να συναντήσεις άνθρωπο αψεγάδιαστο σε όλα˙ γι’ αυτό και οι ζωγράφοι παίρνουν από πολλούς ό,τι πιο όμορφο έχει ο καθένας τους, και έτσι κάνουν στις ζωγραφιές τους τα σώματα να φαίνονται όμορφα στο σύνολό τους». Είναι, μάλιστα, γνωστό για το σπουδαίο ζωγράφο του 5ου π.Χ. αιώνα Ζεύξη ότι απέδωσε την ομορφιά της Ελένης με αυτό τον τρόπο.

6. ΤΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΑΠΟΨΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

Πρόθεση του Αριστοτέλη στο σημείο αυτό δεν είναι να παρουσιάσει κάποιες αισθητικές του αντιλήψεις, αλλά χρησιμοποιώντας την επαγωγική μέθοδο, να δημιουργήσει μία αναλογία μεταξύ αισθητικής και πολιτικής θεωρίας, ώστε να παρουσιάσει με μεγαλύτερη ευκολία και σαφήνεια τα δύσκολα πολιτικά θέματα που πραγματεύεται. Έτσι, από τα παραδείγματα αυτά προκύπτουν τα εξής: όπως στη ζωγραφική μια ωραία προσωπογραφία είναι αποτέλεσμα της συνένωσης πολλών επιμέρους ωραίων στοιχείων που υπάρχουν στον κόσμο της πραγματικότητας διάσπαρτα σε πολλά επιμέρους άτομα, έτσι και στην πόλη μπορεί το κάθε επιμέρους άτομο να μην είναι από μόνο του τίποτε το αξιόλογο, ενωμένοι όμως όλοι μαζί αυτοί οι πολίτες μπορούν να είναι καλύτεροι και αποτελεσματικότεροι από τους λίγους και αρίστους. Αν δηλαδή στη διοίκηση της πόλης και στις συνελεύσεις της εκκλησίας του δήμου εκμεταλλευτούμε τις θετικές ιδιότητες του καθενός, τότε η εξουσία θα ασκείται με σωστότερο, αντικειμενικότερο και συνεπώς αποτελεσματικότερο τρόπο.

Τα παραπάνω μας βοηθούν να καταλάβουμε ποιο πολίτευμα κρίνεται σωστότερο, κατά τη γνώμη του Αριστοτέλη. Αυτό είναι η «πολιτεία», ή υγιής δημοκρατία, όπου κυβερνά το πλήθος με αρετή και φρόνηση και η οποία αποβλέπει στην τέλεια και αυτάρκη ζωή.

Είναι σαφές ότι ο φιλόσοφος αναγνωρίζει ότι υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι αξιόλογοι, οι οποίοι είναι ανώτεροι από το κάθε επιμέρους άτομο του πλήθους, επειδή συγκεντρώνουν στο πρόσωπό τους όλες εκείνες τις θετικές ιδιότητες που στο πλήθος είναι διάσπαρτες. Μάλιστα, λίγο μετά στο κείμενο, σε σημείο που δεν περιλαμβάνεται στις ενότητες που εξετάζουμε, αναφέρεται ο φιλόσοφος στο ιστορικό παράδειγμα, του Σόλωνα και άλλων νομοθετών, οι οποίοι με τις μεταρρυθμίσεις τους επεξέτειναν το δικαίωμα εκλογής δημοσίων υπαλλήλων και ελέγχου τους στους απλούς πολίτες, οι οποίοι ως άτομα δεν επιτρεπόταν να αναλαμβάνουν αξιώματα (Πολιτικά1281b 30-31: «διόπερ καὶ Σόλων καὶ τῶν ἄλλων τινὲς νομοθετῶν τάττουσιν ἐπί τε τὰς ἀρχαιρεσίας καὶ τὰς εὐθύνας τῶν ἀρχόντων, ἄρχειν δὲ κατὰ μόνας οὐκ ἐῶσιν»). Επίσης, από την «Αθηναίων Πολιτεία» (28,5 και 33,2) μαθαίνουμε ότι ο Αριστοτέλης θεωρούσε τον Θηραμένη, τον Νικία και τον Θουκυδίδη σημαντικούς δημόσιους άνδρες της Αθήνας.

Βέβαια και η διαλλακτικότητα του χαρακτήρα του και η επιστημονική του σκέψη τον οδηγούν στο να μη διατυπώσει με ενάργεια και σαφήνεια την προτίμησή του αυτή. Αυτό συμβαίνει γιατί ο Αριστοτέλης βρίσκεται ακόμα στην αναζήτηση του ιδανικού κράτους, συζητώντας σε επίπεδο αρχών πώς κυβερνάται ένα κράτος, πώς μπορεί και πώς πρέπει να κυβερνάται.

7. Ο ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΣΚΕΨΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

Μελετώντας συνολικά την ενότητα παρατηρούμε τον αναλογικό τρόπο σκέψης του Αριστοτέλη, με τον οποίο στηρίζει την «αθροιστική αρχή» και ο οποίος γίνεται φανερός με τη χρήση παραδειγμάτων. Έτσι, όπως συμβαίνει με τους συνδαιτυμόνες στα δείπνα και με τους κριτές μουσικών και ποιητικών έργων, το ίδιο συμβαίνει και με την άσκηση της εξουσίας από τους πολλούς· η συνεισφορά δηλαδή των πολλών οδηγεί σε καλύτερα αποτελέσματα. Φαίνεται λοιπόν ότι στα πρακτικά ζητήματα «αθροιστική αρχή» είναι σωστή.

Επίσης όπως συμβαίνει με τις ζωγραφισμένες μορφές και τους ωραίους ανθρώπους, το ίδιο συμβαίνει και με την άσκηση της εξουσίας από τους άριστους· οι άριστοι δηλαδή συγκεντρώνουν στο πρόσωπό τους θετικές ιδιότητες που στο πλήθος είναι διάσπαρτες και χάνονται.
Η διατύπωση της «αθροιστικής αρχής» αποτελεί ένα από τα τέσσερα επιχειρήματα που αναπτύσσει ο Αριστοτέλης υπέρ της απαίτησης των πολλών να κυβερνούν.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s